ασυνεπής


ασυνεπής
-ές
1. (για πρόσωπα) αυτός που ενεργεί αντίθετα προς τις γνώμες, τις αρχές ή τις υποσχέσεις του, αυτός που άλλα λέει και άλλα κάνει
2. αυτός που λέγεται ή γίνεται χωρίς λογικό ειρμό, ο ανακόλουθος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < α- στερ. + συνεπής. Το ουδ. ασύνεπες του επιθ. μαρτυρείται από το 1888 στην εφημερίδα Εφημερίς].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ασυνεπής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που δεν κρατά τις υποσχέσεις του, ανακόλουθος: Όπως κι άλλες φορές, έτσι και τώρα φάνηκε ασυνεπής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ασυνεπής — [асинэпис] εκ. непоследовательный …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ανακόλουθος — η, ο (AM ἀνακόλουθος, ον) 1. (για πράξεις ή λόγους) αυτός που δεν έχει συνάφεια, συμφωνία με τα προηγούμενα, ασυνάρτητος, αντιφατικός 2. ασυνεπής 3. φρ. «ανακόλουθο(ν) σχήμα» (Γραμμ.) σχήμα λόγου, κατά το οποίο παραβιάζεται η συντακτική συνέπεια… …   Dictionary of Greek

  • ανώμαλος — η, ο (Α ἀνώμαλος, ον) 1. αυτός που δεν είναι ομαλός, ο ακανόνιστος, ανομοιόμορφος 2. (για έδαφος) τραχύς, όχι επίπεδος 3. (για καταστάσεις) τραχώδης, έκρυθμος 4. (Γραμμ.) γραμματικός τύπος, όνομα ή ρήμα, που δεν σχηματίζεται κατά τους γενικούς… …   Dictionary of Greek

  • ασύστατος — και σταγος, η, ο (AM ἀσύστατος, ον) [συνίστημι] νεοελλ. 1. αυτός που δεν έχει σοβαρότητα, αστήριχτος, αβάσιμος 2. αυτός που δεν έχει φιλική σύσταση εκ μέρους κάποιου φίλου ή γνωρίμου 3. άστατος, ανερμάτιστος αρχ. 1. αυτός που δεν έχει συνοχή ή… …   Dictionary of Greek

  • παραπάλλιον — τὸ, Α πιθ. 1. εναλλακτικό ένδυμα ηθοποιού 2. μτφ. ασυνεπής διαγωγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < πιθ. παρ(α) * + λατ. pallium, ii «ιμάτιο»] …   Dictionary of Greek

  • χαμαιλεοντισμός — ο, Ν 1. βιολ. (παλ. όρος) η ιδιότητα ορισμένων ζώων να αλλάζουν απότομα το χρώμα τού δέρματός τους έτσι ώστε να μοιάζει με το χρώμα τού περιβάλλοντος στο οποίο βρίσκονται, ομοιοχρωμία 2. μτφ. ασυνεπής και ευμετάβλητη στάση και συμπεριφορά.… …   Dictionary of Greek

  • Ντουργκά — Θηλυκή ινδική θεότητα, της οποίας το όνομα σημαίνει «η Απρόσιτη». Η μορφή της είναι αποτέλεσμα συγχώνευσης διαφόρων παρόμοιων θεοτήτων, γι’ αυτό άλλωστε και η συμπεριφορά της είναι ασυνεπής· άλλοτε είναι αγαθή και ευεργετική και άλλοτε σκληρή και …   Dictionary of Greek

  • (μ)παλαντζάρω — (μ)παλαντζάρισα, κουνιέμαι σαν την μπαλάντζα, είμαι ασταθής ή ασυνεπής: Αποφεύγω να συνεργάζομαι μαζί του γιατί μπαλαντζάρει συνέχεια …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακόλουθος — η, ο 1. αυτός που δεν είναι σύμφωνος με τον εαυτό του, ο ασυνεπής: Είναι γνωστός ως άνθρωπος ανακόλουθος. 2. αυτός που δεν έχει λογική συνοχή, ασυνάρτητος: Μου αράδιασε λόγια ανακόλουθα. 3. «ανακόλουθο σχήμα», εκείνο το σχήμα λόγου στο οποίο σε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.